Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιστημολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Οκτ 2007

Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Το κείμενο από τον φίλο ΝΕΙΚΟ, με κάποιες έξτρα διορθώσεις....

Η αντιψυχιατρική συνήθως αντιμετωπίζεται από τους σοβαρούς επιστήμονες φίλους μας ως ένα παιδικό καπρίτσιο, μία γραφικότητα, ένα πεδίο ενασχόλησης εκείνων που σε κάθε επιστήμη είναι οι περιθωριακοί. Όταν διάβασα το όνομα του Ρόναλντ Λαίνγκ και του Thomas Szasz στο φαιδρό βιβλίο κλινικής ψυχολογίας του πρώτου έτους (Παρασκευόπουλος Ι.Ν, 1990) φαινότανε ακριβώς έτσι: και μετά από όλα αυτά τα ψυχιατρικά δεδομένα/ γεγονότα κλπ υπάρχουν και κάποιες ανατρεπτικές θεωρίες που λένε ότι η τρέλα είναι μια κοινωνική κατασκευή και ουσιαστικά δεν υπάρχει. Η αντιμετώπιση των σοβαροφανών συμφοιτητών μας που αγόρασαν περήφανα το DSM και άρχισαν να εντρυφούν στην ορθόδοξη ψυχανάλυση ήταν αντίστοιχη: κουνούσαν πατρικά το κεφάλι, υπονοώντας ότι θα μας περάσει. Το χαζό βιβλίο του Παρασκευόπουλου είχε περάσει την αναπαράσταση που ήθελε.

Επειδή είχα υπόψη μου το Knots (Laing, R.D. 1970) και δεν έκανα το λάθος να το διαβάσω σαν ποιητικό βιβλίο αλλά ως ψυχιατρικό κείμενο, θεώρησα ότι η φάβα περιλαμβάνει κάποιο λάκκο. Δε μπορεί ολόκληρος Laing να είναι ένας βλάκας όπως παρουσιάζεται εδώ. Η ανάγνωση του «Διχασμένου Εαυτού» (Laing, R.D. 1969) μου άνοιξε τα μάτια. Ο συγγραφέας του αντικαθιστά ουσιαστικά την κλασική ανάγνωση της «συμπτωματολογίας» του ασθενούς και τη συνδέει με το πλαίσιο του εγκλεισμού. Φτάνει στο σημείο να αναλύσει τα λόγια του – το «παραλήρημα» - ώσπου αποκτά νόημα για αυτόν. Εισάγει θεωρία κατανόησης του «σχιζοφρενικού συνδρόμου», και προσωπικά θεωρώ πιο επιστημονική την προσέγγισή του από τις θεολογίζουσες βιολογικές αναγωγές της σύγχρονης ψυχιατρικής.

Η ψυχιατρική μιλά για νόσημα. Η σχιζοφρένεια είναι ένα νόσημα, που προσβάλει άτομα 20 – 25 ετών για τους άντρες και 30 – 35 για τη γυναίκα. (βλ Sadock B. J. & Sadock V.A. 1996) Στην πρακτική μου η φωνή της ψυχιάτρου έσπασε λίγο λέγοντάς μου ότι «στη σχιζοφρένεια όπως θα ξέρεις υπάρχει έντονα οργανικότητα». Ήξερε ότι διαφωνώ και διαφωνώ με πάθος. Ολόκληρη η γλώσσα της ψυχιατρικής είναι δανεισμένη από την ιατρική και εκεί τελειώνει η σχέση της με την επιστήμη – οποιοδήποτε επιστημολογικό κριτήριο κι αν χρησιμοποιήσει κανείς. Υποτίθεται ότι είναι α – θεωρική, ότι δεν καθοδηγείται από κάποια θεωρία, και απλώς εξετάζει συνεμφανίσεις συμπτωμάτων. Είναι όμως τόσο αθώα τα πράγματα;

Η ψυχιατρική ευαγγελίζεται μια νευροβιολογική εξήγηση της ψυχοπαθολογίας, την οποία αυτή τη στιγμή δεν έχει, αλλά σίγουρα πιστεύει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ανάγεται στο γονιδίωμα και τους νευρώνες. Αυτή η παραδοχή δεν αμφισβητείται, δεν επιχειρείται να διαψευστεί, απλώς πιστεύουν ότι η απάντηση βρίσκεται εκεί και εκεί ψάχνουν να τη βρούν. Παλιότερα έκαναν λοβοτομές, αφαιρώντας τα ανώτερα κομμάτια του ανθρώπινου εγκεφάλου, τους μετωπιαίους λοβούς. Φυσικά στα πλαίσια της χειρουργικής ουσιαστικά αφαίρεσης όλης της φυσιολογικής υποδομής για ανώτερες λειτουργίες – δηλαδή μεταξύ της γλώσσας και των μαθηματικών, και της ίδιας της ικανότητας για αίσθηση του εαυτού και προσωπικότητα – υποχωρούσαν και οι δυσλειτουργίες αυτών των ανώτερων επιπέδων. Το πονάει κεφάλι κόψει κεφάλι ήταν δηλαδή με τρόπο τραγικό μια κυριολεξία.

Μετά μπουκώνουν τους ασθενείς στα ψυχοφάρμακα και γνωρίζοντας ποια ακριβώς λειτουργία του εγκεφάλου παρακωλύουν κάνουν υποθέσεις για τις ουσίες, όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, που «προκαλούν» τις διαταραχές και ευθύνονται για αυτές. Έτσι το «νόσημα» είναι μία διαταραχή της νευροχημικής ισορροπίας που αντιμετωπίζεται «ιατρικά». Η παραδοσιακή κριτική ότι η αιτιολόγηση της διαταραχής με αυτόν τον τρόπο αποσιωπά τόσο τον κοινωνικά καθορισμένο ορισμό της διαταραχής όσο και την ευθύνη του οικογενειακού, κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου στην εμφάνιση της διαταραχής, δεν είναι επαρκής, διότι αυτός ο τρόπος θέασης του προβλήματος δεν αποκόπτει μόνο το άτομο από την κοινωνία αλλά και από την ίδια του την προσωπικότητα, της τελευταίας θεωρημένης ως προϊόν ψυχολογικής ανάπτυξης.Αλλά και επιπλέον, παραγνωρίζεται ότι στον εγκέφαλο επιτελούνται λειτουργίες που συμβαίνουν σε άλλα επίπεδα: Αν μου πετάξει κάποια ένα ποτήρι νερό στα μούτρα ή/και στο καινούργιο μου μπουφάν, προφανώς η οργή μου θα επιτελεστεί στον εγκέφαλο με μια μεταβολή της χημικής ισορροπίας, πιθανότητα με υπερέκκριση αδρεναλίνης, διαστολή των αγγείων κλπ – αλλά δε με ενδιαφέρει ΠΩΣ, αλλά ΓΙΑΤΙ; Οι ψυχίατροι κοντεύουνε σχεδόν να μας πούνε ότι το εξωτερικό γεγονός προκαλείται από τη χημεία του εγκεφάλου. Παραβλέπεται το είδος της σχέσης που θα επέσυρε μια τέτοια κίνηση, το είδος της συμπεριφοράς που οδήγησε σε μια τέτοια κατάληξη, ζητήματα αξιοπρέπειας, και μάλιστα μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο κανόνων (μπορεί δηλαδή σε κάποιο μακρινό πολιτισμό το να πετάς ένα ποτήρι ποτό στα μούτρα κάποιου να σημαίνει ότι θέλεις να χορέψετε ή να κοιμηθείτε μαζί), ζητήματα ζήλιας, ζητήματα προσοχής, όλα αυτά δεν υπάρχουν. Η οργή προκαλείται από την αδρεναλίνη.

Η ψυχιατρική αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση στον ασθενή. Ο Thomas Szasz (1982) παρατηρεί ότι οι ψυχιατρικοί ασθενείς είναι οι μόνοι ασθενείς που δεν έχουνε δικαίωμα να συγκατατεθούν στη θεραπεία τους, πόσο μάλλον στον εγκλεισμό τους. Το ότι έχουν το ακαταλόγιστο για πράξεις του ποινικού δικαίου είναι η άλλη όψη του ίδιου δίφραγκου. Πίσω και από τα δύο φαινόμενα υφέρπει η ίδια άρρητη παραδοχή, ότι ο ψυχιατρικός ασθενής έχει απωλέσει την ιδιότητα του προσώπου. Δεν έχει δικαίωμα κρίσης, δικαιοπραξίας, απόφασης. Τοποθετείται στη θέση του αντικειμένου παρατήρησης, όπως το ζώο για το ζωολόγο και το έντομο για τον εντομολόγο.

Ο ηλίθιος δανεισμός των μεθόδων που οι κοινωνικοί επιστήμονες νόμιζαν ότι χρησιμοποιούν οι θετικές επιστήμες, μεταξύ άλλων επέφεραν και αυτόν το υποβιβασμό του ανθρώπου σε αντικείμενο παρατήρησης, με τις σκέψεις και τα συναισθήματά του απόκρυφα, απροσπέλαστα, κρυμμένα σε ένα μαύρο κουτί. Λες κι ένας άνθρωπος να μη μπορεί να μιλήσει ο ίδιος για αυτά. Έτσι ο άνθρωπος - αντικείμενο ουσιαστικά δεν έχει φωνή, είτε νοσεί είτε όχι.

Σύμφωνα με το Σαρτρ η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί να σχετιστεί με τη συνείδηση ενός άλλου ανθρώπου μέσω δύο διαφορετικών ενεργημάτων: είτε κατακτώντας την είτε καταργώντας την. Ο σαδισμός του ψυχιατρικού συστήματος επικυρώνει ότι για τους έγκλειστους ασθενείς οι άλλοι είναι πραγματικά η κόλαση.

Στο Palo Alto ο Bateson και οι συνεργάτες του (1956) εντόπισαν έναν τύπο επικοινωνίας που υπάρχει στις οικογένειες των σχιζοφρενών, και βασίζεται στη διπλή δέσμευση. Αφορά, στα πλαίσια μιας σχέσης αναπόδραστης εξάρτησης, όπως αυτή που υπάρχει μεταξύ γονέα και νεοσσού, την αντιφατική επικοινωνία εκ μέρους του ισχυρού μέλους, σε επίπεδο λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας. Πρόκειται για μιά κατάσταση στην οποία ότι και να κάνει το άτομο, δεν μπορεί να κερδίσει.

Ο Bateson δίνει το εξής παράδειγμα: Ένας νεαρός σχιζοφρενής δέχεται στο ψυχιατρείο την επίσκεψη της μητέρας του και εκφράζοντας τη χαρά του την αγκαλιάζει. Εκείνη δείχνει, με την έκφραση του προσώπου της ότι, ότι αυτό δεν την ευχαριστεί, οπότε ο άνθρωπος κατεβάζει τα χέρια απογοητευμένος. Η μητέρα σχεδόν συγχρόνως του λέει: "Δε μ' αγαπάς πιά;" κι εκείνος κοκκινίζει. Συνεχίζει η μητέρα: "Παιδί μου, δεν πρέπει να αισθάνεσαι τόσο εύκολα αμήχανα, ούτε να φοβάσαι τα συναισθήματά σου". Μετά την αποχώρηση της μητέρας του, μετά από λίγα λεπτά, ο άνθρωπος έπαθε οξεία κρίση. Αν μια βρισιά, ή ένα ποτήρι νερό στα μούτρα μπορούν να μας φέρουν στα όρια της αυτοσυγκράτησής μας, φανταστείτε τι γίνεται άμα έχεις μεγαλώσει με μια τέτοια μάνα. Αυτό σημαίνει ο όρος σχιζοφρενιογενής γονέας. Υπάρχει άραγε στο εννοιολογικό οπλοστάσιο της ψυχιατρικής κάτι που να σχετίζεται με τη σχέση εξάρτησης γονέος – παιδιού και τις ανάγκες αποδοχής; Όχι. Στη σχιζοφρένεια όπως ξέρετε υπάρχει έντονη οργανικότητα.

Ακόμα, με βάση αυτήν την αποανθρωποποίηση του ψυχιατρικού ασθενούς, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα συστηματικά παρέκαμπταν τα όποια νομικά κωλύματα για να ξεφορτωθούν αυτούς που ήθελαν και τους κατέτασαν στους ψυχικά ασθενείς, ώστε να στερηθούν ουσιαστικά των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Αυτή η μεταχείριση μάλιστα συστηματικά επιφυλάσσεται προς τους κάθε είδους «διαφωνούντες και παρεκκλίνοντες» από την κοινωνική νόρμα. Όσο απλοϊκή κι αν ακούγεται αυτή η κριτική υπάρχουν σοβαρά ερευνητικά και ιστορικά στοιχεία που υποδεικνύουν ότι η «ψυχολογιοποίηση», η διαδικασία δια της οποίας η ιδεολογία και η πολιτική συμπεριφορά ενός ατόμου ανάγεται στα ψυχολογικά του χαρακτηριστικά εν είδει αιτιώδους σχέσης, και της οποίας θεσμική μορφή αποτελεί η ψυχιατρικοποίηση, ασκείται επιλεκτικά σε φορείς μειονοτικής ιδεολογίας (Παπαστάμου 1989) . Έτσι ένας διαδηλωτής – αντιμαχόμενος συνολικά την καθεστηκυία τάξη ή κάποια πτυχή της - που έχει συλληφθεί και φορτωθεί με κακουργήματα και πλημμελήματα, μπορεί εύκολα να πληροί τα κριτήρια διάγνωσης της αντικοινωνικής διαταραχής της προσωπικότητας και η περίπτωσή του πλέον να υπάγεται στο σύστημα υγείας και όχι στο δικαστικό – μόνο – σύστημα.

Οποιαδήποτε γενικότερα κωδικοποίηση και ταξινόμηση της ανθρώπινης κατάστασης σε ένα ιατρικού τύπου «διαγνωστικό» εγχειρίδιο, όπως το DSM- IV-R, αναγκαστικά ανεπαρκής (για παράδειγμα οι διαταραχές προσωπικότητας εκ των πραγμάτων δίδονται πάντα ανά δύο και τρεις, στέλνοντας όλες τις επιστημονικές αξιώσεις του εγχειριδίου για διαφοροδιάγνωση για ένα σύντομο περίπατο στην αριστοτελική λογική), στιγματίζει ανεπανόρθωτα τον «ασθενή» και αποπροσανατολίζει τη θεραπεία του. Πολλές φορές η διάγνωση έχει συμβολικό νόημα μέσα στο οικογενειακό σύστημα – υπό την έννοια ότι φροντίζουν ένα άρρωστο μέλος, ή του αρνούνται να μεγαλώσει. Αποπροσανατολίζει τον ίδιο τον «ασθενή» από την αναδίφηση στην ψυχολογική και ιστορική αιτιολόγηση της κατάστασής του, και συχνά μέσω του εγκλεισμού και της φαρμακευτικής αγωγής, παράγει συμπτωματολογία, όπως πχ τα περισσότερα «αρνητικά» συμπτώματα της σχιζοφρενικής συμπτωματολογίας γίνεται παραδεκτό από τους ίδιους τους ψυχιάτρους ότι αποτελούν παρενέργειες ψυχοφαρμάκων. Για να μην αναφέρουμε την όχι όσο θα έπρεπε γνωστή έρευνα των Rosenhun et al (1973), οι οποίοι επισκέφτηκαν τα εξωτερικά ιατρεία ενός νοσοκομείου και παραπονέθηκαν ότι ακούν φωνές και άλλα. Βγήκαν 11 διαγνώσεις σχιζοφρένειας και μία διπολικής διαταραχής, οι ερευνητές εγκλείσθηκαν σε λευκά δωμάτια, περιορίστηκαν σωματικά και τους χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ως αποτέλεσμα αυτής της μεταχείρισης οι υγιείς αυτοί κατά τ’ άλλα άνθρωποι έχουν καταγράψει στις σημειώσεις τους συμπτώματα αποπροσωποποίησης, πανικού και άλλα. Η ίδια η ψυχιατρική «θεραπεία» δηλαδή αποτελεί αίτιο ψυχοπαθολογίας.

Μία νίκη του κινήματος των ομοφυλόφιλων θεωρείται η αφαίρεση της ομοφυλοφιλίας ως διαταραχής από το DSM. Θεωρώ αυτό το γεγονός τμηματικό και άνευ νοήματος, διότι οποιαδήποτε συμπεριφορά ή κατάσταση ψυχιατρικοποιείται κατά αυτόν τον τρόπο γίνεται κυριολεκτικά «ψυχιατρικά κολάσιμη» και οδηγεί σίγουρα στη φαρμακοθεραπεία και σε κάποιες περιπτώσεις στον εγκλεισμό. Κατ’ αντιστοιχία με την ποινικοποίηση μιας ψυχοτρόπου ουσίας, νομική ρύθμιση η οποία αυτομάτως μεταφράζει την κατανάλωση της από ένα μέρος του πληθυσμού σε «κοινωνικό πρόβλημα», όπως έγινε με την ποτοαπαγόρευση και γίνεται ακόμα και σήμερα με την κάνναβη, θεωρώ ότι η ψυχιατρικοποίηση οποιουδήποτε συναισθήματος, όπως πχ η ζήλια, θα προκαλέσει μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση των ατόμων που την αισθάνονται.

Ένα τέτοιο παράδειγμα (δες Βαβελ #237, 8/2006)αποτελεί η περίπτωση της Διαταραχής Γενικευμένου Άγχους (GAD) ή της Εποχικής Διαταραχής της Διάθεσης (SAD). Οι εταιρίες ψυχοφαρμάκων έβγαλαν πολλά εκατομμύρια δολάρια συνταγογραφώντας Prozac για αυτές τις νέες διαταραχές. τα δελτία ειδήσεων τρομοκράτησαν το κοινό παρουσιάζοντάς τες ως νέες μάστιγες και αντιπαραβάλλοντας εικόνες ευτυχισμένης νεαρής γυναίκας που παίζει με το σκύλο της με άλλες εικόνες όπου καταθλιπτική γυναίκα κοιτάει με απλανές βλέμμα το κενό. Ένας ψυχίατρος στο πάνελ εφιστούσε την προσοχή του κοινού σε συμπτώματα όπως εφίδρωση(!), κόπωση (!), άγχος (!) κλπ και μετά από ένα διάστημα άρχισαν να εμφανίζονται ομάδες αυτοβοήθειας για αυτές τις διαταραχές στο στυλ «δεν είσαι μόνος» κλπ. Τόσο αυτές οι ομάδες όσο και ο ψυχίατρος ήταν στημένα από ανθρώπους των δημοσίων σχέσεων των φαρμακευτικών. Όσο για την SAD, πρόκειται απλά για τη μελαγχολία που μας πιάνει το φθινόπωρο.

Μετά από λίγο καιρό κλινικές έρευνες αποδεικνύουν ότι το Prozac «θεραπεύει» και την GAD. Πολλά σχετικά άρθρα είναι συνήθως γραμμένα από υπαλλήλους των φαρμακευτικών εταιριών. Έτσι το υπάρχον φάρμακο αρχίζει να συνταγογραφείται ακόρεστα μέσα σε ένα περίπου χρόνο – ενώ η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου θα απαιτούσε μία δεκαετία και δαπάνες άλλου μεγέθους – ώστε ο τζίρος των φαρμακοβιομηχανιών να είναι ο δεύτερος νόμιμος παγκοσμίως, μετά το εμπόριο όπλων…

Αυτές οι μαγγανείες υπερκερούν κατά πολύ τον κοινωνικό καθορισμό του ψυχικού «προβλήματος». Ο Szasz (ο.π)αναφέρει ότι τη δεκαετία του 1950 έγινε μιας ευρείας έκτασης μελέτη για να διαπιστωθεί ποιοι είναι οι υγιείς άνθρωποι σύμφωνα με τα ψυχομετρικά τεστ της εποχής. Τελικά αυτοί οι υγιείς ήταν κάποιοι μεσόκοποι λευκοί μικρομεσαίοι με δουλειές γραφείου, οι οποίοι γυρνώντας από τη δουλειά, τρώγανε ζεσταμένο μπιφτέκι μπροστά στην τηλεόραση και πέφτανε για ύπνο. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως αν δεν σας εκφράζει η παραπάνω περιγραφή υπάρχει σίγουρα μία καταχώριση που σας ταιριάζει στο DSM και αν κάνετε το λάθος να επισκεφτείτε ψυχίατρο – ένα από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς – θα σας χορηγήσει τα αντίστοιχα φαρμακάκια. Όταν μετά θα έχετε ζητήματα στυτικής δυσλειτουργίας ως παρενέργεια των φαρμάκων θα προσθέσει αντικαταθλιπτικά στην αγωγή σας για να το ξεπεράσετε. Και από πάνω θα σας αποτρέψει από το να πάτε σε ψυχολόγο, γιατί είναι όλοι τσαρλατάνοι.

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ψυχιατρική αποτελεί έναν ψευδοεπιστημονικό κλάδο, διανομέα ουσιαστικά ψυχοφαρμάκων, βλαβερό για ανθρώπους με οποιασδήποτε βαρύτητας ψυχολογικά «προβλήματα». Κανένας ψυχολόγος - θεραπευτής που σέβεται τον εαυτό δεν μπορεί να μην εκκινεί από την αντιψυχιατρική, αλλά από τα διαγνωστικά εγχειρίδια των ψυχιάτρων και την αποπροσωποποιημένη και απάνθρωπη στάση τους απέναντι σε οποιονδήποτε άνθρωπο έχει προβλήματα.

Παραπομπές

Bateson, G., Jackson, D.D., Haley, J., & Weakland, J.H. (1956). Toward a theory of Schizophrenia, Behavioral Science, 1, 251- 264.
David L. Rosenhan, 1973 “On Being Sane in Insane Places,” Science, Vol. 179 (Jan. 1973), 250-258.
Laing, R.D. (1960) The Divided Self: An Existential Study in Sanity and Madness. Harmondsworth: Penguin
Laing, R.D. (1970) Knots. London: Penguin
Sadock B. J. & Sadock V.A. (1996) Kaplan & Sadock’s Pocket Handbook of Clinical Psychiatry, μτφ.Ματσούκας Θ., επιμ. Σολδάτος Κ., 3η έκδοση (2004), Αθήνα: Επιστημονικές εκδόσεις Παρισιανού, σ. 140)
Szasz Thomas (1982), «Το δεύτερο αμάρτημα», Εκδόσεις Αβραάμ
Παπαστάμου Σ. 1989 Ψυχολογιοποίηση. Αθήνα: Οδυσσέας
Παρασκευόπουλος Ι.Ν, (1990) Κλινική Ψυχολογία, Αθήνα